Κηρύγματα

Θέμα 2: Ο Νόμος

[2-1] (Λουκάς 10:25-30) Αν εκτελούμε το Νόμο μπορούμε να σωθούμε;

(Λουκάς 10:25-30)
«Και ιδού, νομικός τις εσηκώθη, πειράζων αυτόν, και λέγων, Διδάσκαλε, τι πράξας θέλω κληρονομήσει ζωήν αιώνιον; Ο δε είπε προς αυτόν, Εν τω νόμω τι είναι γεγραμμένον; Πώς αναγινώσκεις; Ο δε αποκριθείς είπε, Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της δυνάμεώς σου', και εξ όλης της διανοίας σου· και τον πλησίον σου ως σεαυτόν'. Είπε δε προς αυτόν, Ορθώς απεκρίθης· τούτο κάμνε, και θέλεις ζήσει. Αλλ' εκείνος θέλων να δικαιώση εαυτόν, είπε προς τον Ιησούν, Και τις είναι ο πλησίον μου; Και αποκριθείς ο Ιησούς, είπεν, Άνθρωπός τις κατέβαινεν από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ, και περιέπεσεν εις ληστάς· οίτινες και γυμνώσαντες αυτόν, και καταπληγώσαντες, ανεχώρησαν αφήσαντες αυτόν ημιθανή».
 
 
Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα των ανθρώπων;
Ζουν με πολλές παρανοήσεις.
 
Στο Λουκάς 10:28 λέει, «Τούτο κάμνε, και θέλεις ζήσει».
Οι άνθρωποι ζουν με πολλές παρανοήσεις. Φαίνεται ότι είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς σ' αυτό το σημείο. Είναι αρκετά έξυπνοι, όμως εύκολα εξαπατώνται και παραμένουν ανυποψίαστοι για τις κακές τους πλευρές. Γεννιόμαστε χωρίς να γνωρίζουμε τους εαυτούς μας αλλά εξακολουθούμε να ζούμε σαν να τους γνωρίζουμε. Επειδή οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τους εαυτούς τους, η Βίβλος μας λέει ότι είμαστε αμαρτωλοί.
Οι άνθρωποι μιλάνε για την ύπαρξη της αμαρτίας τους. Και κάποιες φορές φαίνεται ότι οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να κάνουν το καλό και όμως τείνουν να χαρακτηρίζουν τους εαυτούς τους ως καλούς. Θέλουν να καυχώνται για τα καλά τους έργα και τα επιδεικνύουν. Λένε ότι είναι αμαρτωλοί αλλά πράττουν σαν να ήταν καλοί.
Γνωρίζουν πως ούτε έχουν τίποτα καλό μέσα τους ούτε μπορούν να κάνουν το καλό, όμως προσπαθούν να παραπλανήσουν τους άλλους και μερικές φορές παραπλανούν ακόμα και τον εαυτό τους. «Καλά, λένε, δε μπορεί να είμαστε εντελώς κακοί. Υπάρχει και κάτι καλό μέσα μας».
Συνεπώς, κοιτάζουν τους άλλους και λένε, «Ουφ, θα ευχόμουν να μην το είχε κάνει. Θα ήταν καλύτερα γι' αυτόν αν δεν το είχε κάνει. Θα ήταν πολύ καλύτερα αν μιλούσε με αυτό τον τρόπο. Νομίζω ότι είναι καλύτερα να κηρύττουμε το ευαγγέλιο με αυτόν ή τον άλλο τρόπο. Αυτός ήταν λυτρωμένος πριν από εμένα, γι' αυτό νομίζω ότι έπρεπε να ενεργεί περισσότερο σαν λυτρωμένος. Εγώ λυτρώθηκα μόλις πρόσφατα, αν όμως μάθω περισσότερα, θα ενεργώ πολύ καλύτερα από ό,τι κάνει εκείνος».
Με τον τρόπο αυτό ακονίζουν τα μαχαίρια μέσα στις καρδιές τους. «Για περίμενε. Θα δεις ότι δεν είμαι σαν εσένα. Εσύ σκέφτεσαι ότι είσαι καλύτερος από εμένα, έτσι δεν είναι; Για περίμενε. Είναι γραμμένο στη Βίβλο ότι οι έσχατοι θα γίνουν πρώτοι. Ξέρω ότι αυτό ισχύει σε εμένα. Περίμενε και θα σου δείξω». Οι άνθρωποι εξαπατούν τους εαυτούς τους.
Παρόλο που γνωρίζει ότι θα έκανε τα ίδια πράγματα αν ήταν στη θέση εκείνου, εξακολουθεί να τον κρίνει. Όταν στέκεται στον άμβωνα, ξαφνικά βρίσκει τον εαυτό του να τραυλίζει απελπισμένα και δίνει προσοχή στα ρούχα του. Οι κήρυκες πρέπει να κοιτάζουν μόνο στον Θεό και να μην αρχίζουν να σκέφτονται τι μπορεί να νομίζουν οι άλλοι. Αν το κάνουν, δε θα είναι ικανοί να κηρύξουν.
Όταν τίθεται το ερώτημα, αν οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να κάνουν το καλό, οι περισσότεροι άνθρωποι λένε ότι δε μπορούν. Όμως έχουν την ψευδαίσθηση ότι στο βάθος οι ίδιοι έχουν αυτή την ικανότητα. Γι’ αυτό προσπαθούν σκληρά μέχρι να πεθάνουν.
Νομίζουν ότι έχουν καλοσύνη στις καρδιές τους, ότι έχουν την ικανότητα να κάνουν το καλό. Επίσης νομίζουν ότι οι ίδιοι είναι αρκετά καλοί. Αδιάφορο του πόσο καιρό πριν αναγεννήθηκαν, ακόμα και εκείνοι που έχουν πετύχει μεγαλύτερη πρόοδο στην υπηρεσία του Θεού σκέφτονται, «Μπορώ να κάνω αυτό κι εκείνο για τον Κύριο».
Αν όμως βγάλουμε τον Κύριο από τη ζωή μας, μπορούμε πράγματι να κάνουμε το καλό; Υπάρχει καλό στον άνθρωπο; Μπορεί να ζήσει κάνοντας καλά έργα; Ο άνθρωπος δεν έχει την ικανότητα να κάνει το καλό. Οποτεδήποτε οι άνθρωποι προσπαθούν να κάνουν κάτι από μόνοι τους, αμαρτάνουν.
Κάποιοι παραμερίζουν τον Ιησού αφού έχουν λυτρωθεί, και προσπαθούν να κάνουν το καλό με δικές τους δυνάμεις. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από κακό μέσα σε όλους εμάς. Μπορούμε να πράξουμε μόνο το κακό. Από μόνοι μας (ακόμα κι εκείνοι που έχουν σωθεί), μπορούμε μόνο να αμαρτάνουμε. Αυτή είναι η πραγματικότητα της σάρκας μας.
 
Τι κάνουμε πάντα;
Καλό ή κακό;
Κακό
 
Στο Υμνολόγιό μας με τίτλο «Δοξάστε τον Κύριο», υπάρχει ένας ύμνος που λέει: «♫ Χωρίς τον Ιησού μπορούμε μόνο να σκοντάφτουμε. Είμαστε τόσο ανάξιοι, όσο ένα πλοίο που διασχίζει τη θάλασσα χωρίς πανί ♫». Χωρίς τον Ιησού μπορούμε μόνο να αμαρτάνουμε. Είμαστε δίκαιοι μόνο επειδή έχουμε σωθεί. Στην πραγματικότητα όμως, είμαστε κακοί.
Ο απόστολος Παύλος είπε: «Δεν πράττω το αγαθόν, το οποίον θέλω· το κακόν το οποίον δεν θέλω, τούτο πράττω» (Ρωμαίους 7:19). Αυτό αλλάζει όταν ο άνθρωπος είναι με τον Ιησού. Όταν όμως δεν έχει σχέση μαζί Του, προσπαθεί να κάνει το καλό ενώπιον του Θεού. Όμως, όσο περισσότερο προσπαθεί, τόσο περισσότερο βρίσκει τον εαυτό του να κάνει το κακό.
Ακόμη και ο βασιλιάς Δαβίδ είχε την ίδια φύση. Ενώ η χώρα του ήταν σε πόλεμο, εκείνος ...πήγε στα μαγαζιά για ψώνια. Είδε μια σκανδαλιστική εικόνα και έπεσε σε συναισθηματική αμαρτία. Σαν τι έμοιαζε όταν ξέχασε τον Κύριο; Ήταν πράγματι κακός. Σκότωσε τον Ουρία και πήρε τη γυναίκα του αλλά δε μπορούσε να δει το κακό μέσα του. Εύρισκε δικαιολογίες για τις πράξεις του.
Τότε μια μέρα, ήρθε σ’ αυτόν ο προφήτης Νάθαν και είπε, «Ήσαν δύο άνδρες εν πόλει τινί, ο εις πλούσιος, ο δε άλλος πτωχός. Ο πλούσιος είχε ποίμνια και βουκόλια πολλά σφόδρα. Ο δε πτωχός δεν είχεν άλλο, ειμή μίαν μικράν αμνάδα, την οποίαν ηγόρασε, και έθρεψε· και εμεγάλωσε μετ' αυτού, και μετά των τέκνων αυτού ομού· από του άρτου αυτού έτρωγε, και από του ποτηρίου αυτού έπινε, και εν τω κόλπω αυτού εκοιμάτο, και ήτο εις αυτόν ως θυγάτηρ. Ήλθε δε τις διαβάτης προς τον πλούσιον, και εφειδωλεύθη να λάβη εκ των ποιμνίων αυτού, και εκ των βουκολίων αυτού, διά να ετοιμάση εις τον οδοιπόρον τον ελθόντα προς αυτόν, και έλαβε την αμνάδα του πτωχού, και ητοίμασεν αυτήν διά τον άνθρωπον τον ελθόντα προς αυτόν» (Σαμουήλ Β΄12:1-4).
Ο Δαβίδ είπε, «Άξιος θανάτου είναι ο άνθρωπος, όστις έπραξε τούτο». Ο θυμός του ήταν μεγάλος, γι’ αυτό είπε, «Είχε τόσα πολλά δικά του, μπορούσε βέβαια να πάρει ένα από αυτά. Αλλά πήρε το μοναδικό αρνί του φτωχού ανθρώπου για να ετοιμάσει φαγητό για τον επισκέπτη του. Πρέπει να πεθάνει!» Και ο Νάθαν του είπε, «Συ είσαι ο άνθρωπος». Αν δεν ακολουθούμε τον Ιησού και δεν είμαστε μαζί Του, ακόμα και αν έχουμε αναγεννηθεί, μπορούμε να είμαστε σαν τον Δαβίδ.
Ισχύει το ίδιο για όλους τους ανθρώπους, ακόμα και για τους πιστούς. Πάντα σκοντάφτουμε, κάνουμε το κακό χωρίς τον Ιησού. Γι’ αυτό είμαστε ευγνώμονες ξανά σήμερα, επειδή ο Ιησούς μας έσωσε αδιάφορο του πόσο κακό υπήρχε μέσα μας. «♫ Θα αναπαυθώ κάτω από τη σκιά του Σταυρού ♫». Οι καρδιές μας αναπαύονται κάτω από τη σκιά της λύτρωσης του Χριστού. Αν όμως φύγουμε από τη σκιά και κοιτάζουμε στους εαυτούς μας, ποτέ δε θα αναπαυθούμε.
 
 
Ο ΘΕΟΣ ΜΑΣ ΕΔΩΣΕ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΕΚ ΠΙΣΤΕΩΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΜΟ
 
Ποιο ήρθε πρώτο, η πίστη ή ο Νόμος;
Η πίστη
 
Ο απόστολος Παύλος είπε ότι ο Θεός μας έδωσε τη δικαιοσύνη εκ πίστεως πρώτα. Η δικαιοσύνη εκ πίστεως ήρθε πρώτα. Την έδωσε στον Αδάμ και την Εύα, στον Κάιν και τον Άβελ, ύστερα στον Σηθ και τον Ενώχ… μετά στο Νώε…, ύστερα στον Αβραάμ, ύστερα στον Ισαάκ, στον Ιακώβ και στους δώδεκα γιους του. Ακόμα και χωρίς το Νόμο έγιναν δίκαιοι ενώπιον του Θεού μέσω της πίστης στο λόγο Του. Ευλογήθηκαν και αναπαύθηκαν μέσω της πίστης στο λόγο Του.
Και τα χρόνια πέρασαν και οι απόγονοι του Ιακώβ έζησαν χάρη στον Ιωσήφ στην Αίγυπτο σαν δούλοι επί 400 χρόνια. Στη συνέχεια ο Θεός απελευθέρωσε τον λαό Του και τον οδήγησε μέσω του Μωυσή στη γη Χαναάν. Ωστόσο, στη διάρκεια των 400 ετών δουλείας είχαν ξεχάσει τη δικαιοσύνη εκ πίστεως.
Γι’ αυτό ο Θεός τους πέρασε μέσα από την Ερυθρά Θάλασσα με το θαύμα Του και τους οδήγησε μέσα στην έρημο. Όταν έφτασαν στην έρημο Σιν, τους έδωσε το Νόμο στο όρος Σινά. Τους έδωσε τις Δέκα Εντολές που περιείχαν 613 λεπτομερή άρθρα του Νόμου. «Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σου, ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ, ο Θεός του Ιακώβ. Ας ανεβεί ο Μωυσής στο όρος Σινά, και θα σας δώσω το νόμο». Ο Θεός έδωσε το Νόμο στους Ισραηλίτες.
Τους έδωσε το Νόμο έτσι ώστε να αποκτήσουν «γνώσιν αμαρτίας» (Ρωμαίους 3:20). Το έκανε αυτό για να τους κάνει να γνωρίσουν τι Εκείνος ήθελε και τι δεν ήθελε, και να αποκαλύψει τη δικαιοσύνη και την αγιότητά Του.
Όλος ο λαός Ισραήλ που ήταν σκλαβωμένος στην Αίγυπτο για 400 χρόνια διέσχισε την Ερυθρά Θάλασσα. Ποτέ δεν είχαν συναντήσει τον Θεό του Αβραάμ, τον Θεό του Ισαάκ, τον Θεό του Ιακώβ. Δεν Τον γνώριζαν.
Και ενόσω ζούσαν ως σκλάβοι εκείνα τα 400 χρόνια, είχαν ξεχάσει τη δικαιοσύνη του Θεού. Εκείνη την εποχή δεν είχαν ηγέτη. Ο Ιακώβ και ο Ιωσήφ που ήταν οι ηγέτες τους είχαν πεθάνει. Φαίνεται ότι ο Ιωσήφ δεν κατάφερε να μεταδώσει την πίστη στους γιους του, τον Μανασσή και τον Εφραΐμ.
Συνεπώς, χρειάζονταν να βρουν ξανά τον Θεό τους και να Τον συναντήσουν, επειδή είχαν ξεχάσει τη δικαιοσύνη του Θεού. Γι’ αυτό ο Θεός τους έδωσε πρώτα τη δικαιοσύνη εκ πίστεως και έπειτα τους έδωσε το Νόμο, αφού είχαν ξεχάσει την πίστη. Τους έδωσε το Νόμο για να τους φέρει πίσω σ’ Αυτόν.
Για να σώσει τον Ισραήλ, να τους κάνει δικό Του λαό, τον λαό του Αβραάμ, τους είπε να κάνουν περιτομή.
Ο σκοπός που τους κάλεσε, ήταν πρώτα να τους κάνει να γνωρίσουν ότι υπάρχει ο Θεός εγκαθιδρύοντας το Νόμο και δεύτερο να τους κάνει να γνωρίσουν ότι ήταν αμαρτωλοί ενώπιόν Του. Ήθελε να έρθουν ενώπιόν Του και να γίνουν λαός Του, αφού λυτρώνονταν με τη θυσία της λύτρωσης που ο Θεός τους είχε δώσει. Και τους έκανε λαό Του.
Ο λαός Ισραήλ λυτρώθηκε μέσω του νόμου (του συστήματος των θυσιών) πιστεύοντας στον Μεσσία που έμελλε να έρθει. Αλλά και το σύστημα των θυσιών επίσης ξεθώριασε με το χρόνο. Ας δούμε πότε έγινε αυτό.
Στο Λουκάς 10:25 «Νομικός τις εσηκώθη, πειράζων αυτόν». Ο νομικός αυτός ήταν Φαρισαίος. Οι Φαρισαίοι ήταν συντηρητικοί άνθρωποι, που προσπαθούσαν να ζήσουν σύμφωνα με το Λόγο Του. Ήταν οι άνθρωποι που πρώτα προσπαθούσαν να προστατεύσουν τη χώρα και ύστερα να ζήσουν σύμφωνα με το Νόμο Του. Και επίσης υπήρχαν οι Ζηλωτές, που ήταν πολύ παράτολμοι και έτειναν να καταφεύγουν σε διαμαρτυρίες για να πετύχουν τα οράματά τους.
 
Ποιους ήθελε να συναντήσει ο Ιησούς
Αμαρτωλούς χωρίς ποιμένα
 
Άνθρωποι όπως εκείνοι υπάρχουν ακόμα και σήμερα. Οδηγούν κοινωνικά κινήματα με συνθήματα όπως «σώστε τους καταπιεσμένους της χώρας». Πιστεύουν ότι ο Ιησούς ήρθε να σώσει τους φτωχούς και τους καταπιεσμένους. Έτσι, μαθαίνουν θεολογία στα θεολογικά σεμινάρια, συμμετέχουν στην πολιτική και προσπαθούν να ελευθερώσουν τους καταπιεσμένους σε κάθε περιοχή της κοινωνίας.
Αυτοί είναι που επιμένουν, «Ας ζήσουμε σύμφωνα με τον άγιο και ελεήμονα Νόμο... ας ζήσουμε σύμφωνα με το Νόμο, σύμφωνα με τα Λόγια Του». Αλλά δεν αναγνωρίζουν την πραγματική σημασία του Νόμου. Προσπαθούν να ζήσουν σύμφωνα με το γράμμα του Νόμου αλλά δεν αναγνωρίζουν τη θεία αποκάλυψη του Νόμου.
Έτσι μπορούμε να πούμε ότι δεν υπήρξε κανένας προφήτης, δούλος του Θεού, για 400 περίπου χρόνια πριν από τον Χριστό. Με τον τρόπο αυτό έγιναν πρόβατα χωρίς ποιμένα.
Ούτε το Νόμο είχαν, ούτε κάποιον οδηγό. Ο Θεός δεν τους αποκάλυψε τον εαυτό Του μέσω των υποκριτικών θρησκευτικών ηγετών εκείνης της εποχής. Η χώρα είχε γίνει αποικία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έτσι ο Ιησούς είπε στους Ισραηλίτες που Τον ακολούθησαν στην έρημο, ότι δε θα τους έστελνε να φύγουν νηστικοί. Τους λυπήθηκε σαν να ήταν πρόβατα χωρίς ποιμένα. Υπήρχαν πολλοί που υπέφεραν εκείνη την εποχή.
Βασικά ήταν οι γραμματείς και άλλοι σε τέτοιες θέσεις που είχαν τα κληρονομικά δικαιώματα· οι Φαρισαίοι κατάγονταν από τον Ισραήλ, τον Ιουδαϊσμό. Ήταν πολύ περήφανοι.
Και αυτός ο νομικός ρώτησε τον Ιησού στο Λουκάς 10:25, «Τι πράξας θέλω κληρονομήσει ζωήν αιώνιον;» Νόμιζε ότι δεν υπήρχε καλύτερος από αυτόν σε όλο τον λαό Ισραήλ. Έτσι αυτός ο νομικός (κάποιος που δεν είχε λυτρωθεί) προκάλεσε τον Ιησού λέγοντας, «Τι πράξας θέλω κληρονομήσει ζωήν αιώνιον;»
Αυτός ο νομικός δεν είναι παρά ένας αντικατοπτρισμός των εαυτών μας. Ρώτησε τον Ιησού, «Τι πράξας θέλω κληρονομήσει ζωήν αιώνιον;» Ο Ιησούς του είπε, «Εν τω νόμω τι είναι γεγραμμένον; Πώς αναγινώσκεις;»
Έτσι, εκείνος απάντησε και είπε, «Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της δυνάμεώς σου, και εξ όλης της διανοίας σου· και τον πλησίον σου ως σεαυτόν».
Και Εκείνος του είπε, «Ορθώς απεκρίθης· τούτο κάμνε, και θέλεις ζήσει». Ο Ιησούς του είπε, «Ορθώς απεκρίθης· τούτο κάμνε, και θέλεις ζήσει».
Προκάλεσε τον Ιησού χωρίς να γνωρίζει τον εαυτό του ότι ήταν κακός, μια μάζα από αμαρτία που δε μπορεί ποτέ να κάνει καλό. Έτσι ο Ιησούς τον ρώτησε, «Εν τω νόμω τι είναι γεγραμμένον; Πώς αναγινώσκεις;»
 
Τι διαβάζεις στο Νόμο;
Είμαστε αμαρτωλοί που δε μπορούμε να τηρήσουμε το Νόμο.
 
«Πώς αναγινώσκεις;» «Απάντησες σωστά· κάνε αυτό και θα ζήσεις». «Πώς αναγινώσκεις;» Αυτό σημαίνει ότι ξέρεις και καταλαβαίνεις το Νόμο.
Όπως κάνουν πολλοί άνθρωποι σήμερα, αυτός ο νομικός επίσης νόμιζε ότι ο Θεός του έδωσε το Νόμο για να τον τηρεί. Γι’ αυτό απάντησε, «Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της δυνάμεώς σου, και εξ όλης της διανοίας σου· και τον πλησίον σου ως σεαυτόν».
Ο Νόμος ήταν χωρίς λάθος. Μας έδωσε έναν τέλειο Νόμο. Μας είπε να αγαπάμε τον Κύριο με όλη μας την καρδιά και όλη μας την ψυχή, με όλη μας τη δύναμη και το μυαλό, και να αγαπάμε τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας. Είναι σωστό για μας να αγαπάμε τον Θεό μας με όλη μας την καρδιά και τη δύναμη, αλλά αυτός ήταν ένας άγιος λόγος που δεν μπορούσε ποτέ να τηρηθεί.
«Πώς αναγινώσκεις;» σημαίνει ότι ο Νόμος είναι καλός και σωστός, αλλά πώς τον καταλαβαίνεις εσύ; Ο νομικός νόμισε ότι ο Θεός του έδωσε το Νόμο για να τον υπακούει. Αλλά ο Νόμος του Θεού δόθηκε έτσι ώστε να γνωρίσουμε τις ατέλειές μας και να φανερώσει πλήρως τις αδικίες μας. Φανερώνει τις αμαρτίες μας, «Έχεις αμαρτήσει. Σκότωσες ενώ σου είπα να μην σκοτώνεις. Γιατί δεν με υπάκουσες;»
Ο Νόμος εκθέτει τις αμαρτίες στις καρδιές των ανθρώπων. Ας υποθέσουμε ότι στο δρόμο μου εδώ, βλέπω ώριμα καρπούζια στο χωράφι. Ο Θεός με προειδοποίησε με το Νόμο, «Μην κλέψεις αυτά τα καρπούζια για να τα φας. Αν το κάνεις θα με ντροπιάσεις». «Ναι, Πατέρα». «Το χωράφι ανήκει στον κύριο τάδε, γι’ αυτό δεν πρέπει να τα κόψεις». «Ναι, Πατέρα».
Τη στιγμή που ακούμε από το Νόμο ότι δεν πρέπει να τα πάρουμε, αισθανόμαστε μια δυνατή ώθηση να τα πάρουμε. Αν πιέσουμε ένα ελατήριο, αυτό τείνει να τεντωθεί στην αντίθετη κατεύθυνση. Οι αμαρτίες του κόσμου είναι κάπως έτσι.
Ο Θεός μας είπε να μην κάνουμε ποτέ κακό. Ο Θεός μπορεί να το λέει αυτό επειδή Εκείνος είναι άγιος, επειδή είναι τέλειος, επειδή έχει τη δύναμη να το κάνει. Από την άλλη πλευρά, εμείς δεν μπορούμε ποτέ να μην αμαρτήσουμε και ποτέ να κάνουμε το καλό. Ποτέ δεν έχουμε καλό στην καρδιά μας. Ο Νόμος λέει MH (έχει καθοριστεί με τη λέξη MH). Γιατί; Επειδή οι άνθρωποι έχουν επιθυμία μέσα στις καρδιές τους. Ενεργούμε σύμφωνα με την επιθυμία μας. Πράττουμε μοιχεία επειδή έχουμε μοιχεία μέσα στις καρδιές μας.
Πρέπει να διαβάζουμε τη Βίβλο προσεκτικά. Όταν για πρώτη φορά πίστεψα στον Ιησού, πίστεψα σύμφωνα με το Λόγο. Διάβασα ότι ο Ιησούς πέθανε στον Σταυρό για μένα και δεν μπορούσα να σταματήσω τα δάκρυά μου να τρέχουν. Ήμουν τόσο κακός άνθρωπος και Εκείνος πέθανε στον Σταυρό για μένα… Η καρδιά μου πονούσε τόσο πολύ, ώστε πίστεψα σ’ Αυτόν. Ύστερα σκέφτηκα, «Αν πρόκειται να πιστέψω, θα πιστέψω σύμφωνα με το Λόγο».
Όταν διάβασα το κεφάλαιο 20 στην Έξοδο, έλεγε, «Δεν θα έχεις άλλους θεούς εκτός από εμένα». Προσευχήθηκα με μετάνοια σύμφωνα με αυτό τον λόγο. Έψαξα στη μνήμη μου να δω αν είχα ποτέ άλλους θεούς εκτός από Εκείνον, αν χρησιμοποίησα το όνομά Του με τρόπο μάταιο, αν είχα προσκυνήσει άλλους θεούς. Αναγνώρισα ότι είχα προσκυνήσει άλλους θεούς πολλές φορές στο παρελθόν, όταν τηρούσα τις ιεροτελεστίες προς τιμή των προγόνων μου. Είχα διαπράξει την αμαρτία να έχω άλλους θεούς.
Έτσι προσευχήθηκα με μετάνοια, «Κύριε, έχω λατρεύσει είδωλα. Πρέπει να τιμωρηθώ γι’ αυτό. Παρακαλώ συγχώρεσε τις αμαρτίες μου. Δε θα το κάνω ξανά». Μια αμαρτία τακτοποιήθηκε με τον τρόπο αυτό.
Ύστερα προσπάθησα να σκεφτώ αν είχα χρησιμοποιήσει το όνομά Του με τρόπο μάταιο. Τότε θυμήθηκα πως όταν είχα αρχίσει να πιστεύω στον Θεό, κάπνιζα. Οι φίλοι μου μού είπαν, «Δεν προκαλείς ντροπή στον Θεό που καπνίζεις; Πώς μπορεί ένας Χριστιανός να καπνίζει;»
Αυτό ήταν μάταιη χρήση του ονόματος του Θεού. Έτσι δεν είναι; Γι’ αυτό προσευχήθηκα ξανά, «Κύριε, χρησιμοποίησα το όνομά Σου με τρόπο μάταιο. Παρακαλώ συγχώρεσέ με. Θα σταματήσω το κάπνισμα». Γι’ αυτό προσπάθησα να κόψω το κάπνισμα αλλά εξακολουθούσα να ανάβω τσιγάρο για ένα χρόνο. Ήταν πράγματι δύσκολο, σχεδόν αδύνατο, να κόψω το κάπνισμα. Όμως τελικά κατάφερα να σταματήσω το κάπνισμα εντελώς. Αισθάνθηκα ότι άλλη μια αμαρτία είχε τακτοποιηθεί.
Ο επόμενος νόμος ήταν «Να αγιάζεις την ημέρα του Σαββάτου». Αυτό σήμαινε να μην κάνεις άλλα πράγματα την Κυριακή· να μην πας στη δουλειά σου, να μην κερδίζεις χρήματα… Γι’ αυτό σταμάτησα να το κάνω.
Ύστερα ήταν το «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου». Τους τιμούσα όταν ήμουν μακριά τους, όμως γίνονταν ένας κεφαλόπονος όταν ήμουν μαζί τους. «Αλίμονο, έχω αμαρτήσει στον Θεό. Παρακαλώ, Κύριε, συγχώρεσέ με». Προσευχήθηκα με μετάνοια.
Αλλά δε μπορούσα πια να τιμώ τους γονείς μου, επειδή στο μεταξύ είχαν πεθάνει. Τι μπορούσα να κάνω; «Κύριε, παρακαλώ συγχώρεσέ με τον ανάξιο αμαρτωλό. Εσύ πέθανες στον Σταυρό για μένα». Πόσο ευγνώμων ήμουν!
Με τον τρόπο αυτό νόμιζα ότι είχα τακτοποιήσει τις αμαρτίες μου μία προς μία. Υπήρχαν και άλλοι νόμοι, όπως μη σκοτώσεις, μη μοιχεύσεις, μην επιθυμήσεις… Αναγνώρισα ότι δεν είχα τηρήσει ούτε έναν από αυτούς. Προσευχόμουν όλη τη νύχτα. Αλλά ξέρετε, το να προσεύχεσαι με μετάνοια δεν είναι ευχάριστο. Ας μιλήσουμε γι’ αυτό.
Όταν σκεφτόμουν τη σταύρωση του Ιησού, μπορούσα να συναισθανθώ πόσο οδυνηρή ήταν. Και μάλιστα Αυτός πέθανε για μας, που δε μπορούσαμε να ζήσουμε σύμφωνα με τους λόγους Του. Έκλαιγα όλη τη νύχτα σκεφτόμενος πόσο Τον αγαπούσα και ευχαριστώντας Τον, που μου έδινε αληθινή ευχαρίστηση.
Τον πρώτο χρόνο που πήγαινα στην εκκλησία ήταν αρκετά εύκολο αλλά τα επόμενα λίγα χρόνια τα πράγματα δυσκόλεψαν επειδή έπρεπε να σκέφτομαι πιο έντονα για να κυλούν τα δάκρυα, επειδή το έκανα τόσο συχνά.
Όταν τα δάκρυα εξακολουθούσαν να μην έρχονται, συχνά πήγαινα να προσευχηθώ στα βουνά και νήστευα για 3 μέρες. Ύστερα τα δάκρυα έρχονταν πάλι. Είχα μουσκέψει με τα δάκρυά μου, και όταν ήρθα πίσω στην κοινωνία έκλαιγα μέσα στην εκκλησία. Οι άνθρωποι γύρω μου έλεγαν, «Έχεις γίνει τόσο πολύ άγιος με τις προσευχές σου στα βουνά». Αλλά αναπόφευκτα τα δάκρυα στέγνωσαν ξανά. Τον τρίτο χρόνο αυτό ήταν πιο δύσκολο. Σκεφτόμουν τα κακά που είχα κάνει στους φίλους μου και στους Χριστιανούς συντρόφους μου και έκλαιγα ξανά. Τέσσερα χρόνια μετά από αυτό τα δάκρυα στέγνωσαν ξανά. Υπήρχαν αδένες δακρύων στα μάτια μου αλλά δεν λειτουργούσαν.
Ύστερα από 5 χρόνια, δεν μπορούσα να κλάψω, όσο πολύ κι αν προσπαθούσα. Ύστερα από αυτό άρχισε να τρέχει η μύτη μου. Ύστερα από δυο χρόνια ή περισσότερο είχα αηδιάσει τον εαυτό μου και στράφηκα πίσω στη Βίβλο.
 
 
Ο ΝΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ
 
Τι πρέπει να αναγνωρίσουμε σχετικά με το Νόμο;
Δεν μπορούμε να τηρήσουμε το Νόμο.
 
Στην Επιστολή προς Ρωμαίους 3:20 διαβάζουμε: «Διά του νόμου γίνεται η γνώρισις της αμαρτίας». Το θεωρούσα αυτό σαν ένα προσωπικό μήνυμα για τον απόστολο Παύλο και πίστευα μόνο στους λόγους που διάλεγα εγώ. Όταν όμως τα δάκρυά μου στέγνωσαν πια, δεν μπορούσα να συνεχίσω την ζωή της πίστης.
Έτσι αμάρτανα επανειλημμένα και ανακάλυψα ότι είχα αμαρτία στην καρδιά μου και πως ήταν αδύνατο να ζήσω σύμφωνα με το Νόμο. Δεν μπορούσα να το αντέξω αυτό. Αλλά δεν μπορούσα να απορρίψω το Νόμο, επειδή πίστευα ότι είχε δοθεί για να τον τηρούμε. Στο τέλος, έγινα όπως οι νομικοί που βλέπουμε στις Γραφές. Ήταν τόσο δύσκολο να ζήσω μια ζωή πίστης.
Έτσι, για να γλιτώσω από τη δυσκολία, έκανα μια μεγάλη προσπάθεια ψάχνοντας για κάποιον κήρυκα που κήρυττε για την αναγέννηση εξ ύδατος και Πνεύματος. Συνάντησα έναν κήρυκα που κήρυττε ότι όλες μας οι αμαρτίες έχουν λυτρωθεί.
Όταν άκουγα ότι ήμουν χωρίς αμαρτία, ένιωθα σαν φρέσκος άνεμος να φυσούσε μέσα στην καρδιά μου. Ήμουν τόσο πολύ αμαρτωλός ώστε ενώ διάβαζα το Νόμο, άρχισα να αναγνωρίζω εκείνες τις αμαρτίες. Είχα παραβεί και τις Δέκα Εντολές στην καρδιά μου. Η αμαρτία μέσα στην καρδιά και αυτή επίσης είναι αμαρτία, και ασυναίσθητα είχα γίνει πιστός του Νόμου.
Όταν τηρούσα τον Νόμο ήμουν ευτυχισμένος. Αλλά όταν δεν μπορούσα να τηρήσω το Νόμο ήμουν δυστυχισμένος, εκνευρισμένος και θλιμμένος. Τελικά, είχα κουραστεί με όλα αυτά. Τι καλά αν με είχαν διδάξει σωστά από την αρχή. «Όχι, όχι. Δεν υπάρχει άλλη σημασία στο Νόμο. Σου δείχνει ότι είσαι μια μάζα από αμαρτία. Έχεις αγάπη για το χρήμα, για το αντίθετο φύλο, για πράγματα που είναι ωραία στην όψη. Έχεις πράγματα που αγαπάς περισσότερο από τον Θεό. Θέλεις να ακολουθείς τα πράγματα του κόσμου. Ο Νόμος σου δόθηκε όχι για να τον τηρήσεις, αλλά για να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου ως αμαρτωλό με το κακό μέσα στην καρδιά σου».
Τι καλά αν κάποιος με είχε διδάξει από την αρχή, δε θα ήταν ανάγκη να υποφέρω για 10 χρόνια. Έτσι είχα ζήσει κάτω από το Νόμο για 10 χρόνια μέχρι που έφτασα σ’ αυτή την αντίληψη.
Η τέταρτη εντολή λέει, «Να τηρείς άγια την ημέρα του Σαββάτου». Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να εργαζόμαστε το Σάββατο. Σημαίνει ότι πρέπει να περπατάμε, όχι να πηγαίνουμε με αυτοκίνητο, αν πρόκειται να ταξιδέψουμε μακρινές αποστάσεις. Και νόμιζα ότι έπρεπε να πάω περπατώντας ως το σημείο όπου επρόκειτο να κηρύξω για να είμαι έντιμος. Επιτέλους, επρόκειτο να κηρύξω το Νόμο. Έτσι νόμιζα ότι έπρεπε να εφαρμόζω εκείνο που κήρυττα. Ήταν τόσο δύσκολο που ήμουν έτοιμος να τα παρατήσω.
Όπως είναι γραμμένο εδώ, «Πώς αναγινώσκεις;» δεν καταλάβαινα αυτή την ερώτηση και υπέφερα για 10 χρόνια. Και ο νομικός δεν το είχε καταλάβει επίσης. Νόμιζε πως αν υπάκουε στο Νόμο και ζούσε προσεκτικά, θα μπορούσε να είναι ευλογημένος ενώπιον του Θεού.
Αλλά ο Ιησούς του είπε, «Πώς αναγινώσκεις;» Ναι, σωστά το καταλάβατε· το δέχεσαι όπως είναι γραμμένο. Προσπάθησε να το τηρήσεις. Θα ζήσεις αν το κάνεις, αλλά θα πεθάνεις αν δεν το κάνεις. Ο μισθός της αμαρτίας είναι θάνατος. «Θα πεθάνεις αν δεν το κάνεις». (Το αντίθετο της ζωής είναι ο θάνατος, έτσι δεν είναι;)
Αλλά ο νομικός εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει. Ο νομικός είναι εμείς, εσείς και εγώ. Σπούδασα θεολογία για 10 χρόνια. Προσπάθησα τα πάντα, διάβασα το κάθε τι και έκανα το κάθε τι: νηστείες, οράσεις, ομιλία σε ξένες γλώσσες… Διάβαζα τη Βίβλο επί 10 χρόνια και περίμενα να καταφέρω κάτι. Αλλά πνευματικά ήμουν ένας τυφλός άνθρωπος.
Είναι γι’ αυτό που κάθε αμαρτωλός πρέπει να συναντήσει κάποιον που θα μπορεί να τον κάνει να δει ότι Εκείνος είναι ο Κύριός μας Ιησούς. Ύστερα αναγνωρίζει ότι «Αλίμονο! Δε μπορούμε να τηρήσουμε το Νόμο. Αδιάφορο πόσο σκληρά προσπαθούμε, μπορούμε μόνο να πεθάνουμε προσπαθώντας. Αλλά ο Ιησούς ήρθε για να μας σώσει εξ ύδατος και Πνεύματος! Αλληλούια!» Μπορούμε να λυτρωθούμε εξ ύδατος και Πνεύματος. Αυτή είναι η χάρη, το δώρο του Θεού. Γι’ αυτό δοξάζουμε τον Κύριο.
Ήμουν αρκετά τυχερός να αλλάξω σταδιακά από τον δρόμο της απελπισίας, αλλά κάποιοι ξόδεψαν όλη τη ζωή τους μελετώντας θεολογία μάταια, και ποτέ δεν κατάλαβαν την αλήθεια ως τη μέρα που πέθαναν. Μερικοί πιστεύουν για δεκαετίες ή από γενεά σε γενεά αλλά ποτέ δεν αναγεννιόνται.
Είναι πρόοδος όταν ενώ είμαστε αμαρτωλοί παραδεχόμαστε ότι δε μπορούμε ποτέ να τηρήσουμε το Νόμο·τότε στεκόμαστε ενώπιον του Ιησού και ακούμε το ευαγγέλιο του ύδατος και του Πνεύματος. Όταν συναντούμε τον Ιησού, προχωρούμε από όλες τις κρίσεις, όλες τις καταδίκες. Εμείς είμαστε οι χειρότεροι αμαρτωλοί αλλά γινόμαστε δίκαιοι επειδή Εκείνος μας έσωσε με το ύδωρ και το αίμα.
Ο Ιησούς μας είπε ότι ποτέ δε μπορούμε να ζήσουμε σύμφωνα με το θέλημά Του. Το είπε αυτό στον νομικό αλλά εκείνος δεν το κατάλαβε. Έτσι ο Ιησούς του είπε μια ιστορία για να τον βοηθήσει να καταλάβει.
 
Τι κάνει τον άνθρωπο να αποτύχει στη ζωή της πίστης;
Η αμαρτία.
 
«Άνθρωπός τις κατέβαινεν από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ, και περιέπεσεν εις ληστάς· οίτινες και γυμνώσαντες αυτόν, και καταπληγώσαντες, ανεχώρησαν αφήσαντες αυτόν ημιθανή» (Λουκάς 10:30). Ο Ιησούς του έλεγε ότι υπέφερε σε όλη του τη ζωή όπως εκείνος ο άνθρωπος που χτυπήθηκε από τους ληστές και σχεδόν πέθανε.
Ένας άνθρωπος κατέβαινε από την Ιερουσαλήμ στην Ιεριχώ. Η Ιεριχώ είναι ο κόσμος και η Ιερουσαλήμ αντιπροσωπεύει την πόλη της θρησκείας· την πόλη της πίστης, την πόλη εκείνων που καυχιόνται για το Νόμο. Μας λέει πως αν πιστεύουμε στον Χριστό ως θρησκεία μας, δε μπορούμε παρά να αποτύχουμε.
«Άνθρωπός τις κατέβαινεν από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ, και περιέπεσεν εις ληστάς· οίτινες και γυμνώσαντες αυτόν, και καταπληγώσαντες, ανεχώρησαν αφήσαντες αυτόν ημιθανή». Η Ιερουσαλήμ ήταν μια μεγάλη πόλη με πολύ πληθυσμό. Υπήρχε αρχιερέας, ένα πλήθος ιερέων, Λευίτες και πολλοί εξέχοντες θρησκευόμενοι. Υπήρχαν πολλοί που ήξεραν καλά το Νόμο. Εκεί προσπαθούσαν να ζήσουν σύμφωνα με το Νόμο αλλά τελικά αποτύγχαναν και κατευθύνονταν προς την Ιεριχώ. Εξακολουθούσαν να στρέφονται στον κόσμο (Ιεριχώ) και συνάντησαν ληστές.
Ο άνθρωπος συνάντησε τους ληστές στο δρόμο από την Ιερουσαλήμ προς την Ιεριχώ και τον γύμνωσαν από τα ρούχα του. «Τον γύμνωσαν» σημαίνει ότι έχασε τη δικαιοσύνη του. Είναι αδύνατο σε μας να ζήσουμε σύμφωνα με το Νόμο, να εκτελέσουμε το Νόμο. Ο απόστολος Παύλος είπε στο κεφάλαιο 7:19-20 της Επιστολής προς Ρωμαίους, «Διότι δεν πράττω το αγαθόν, το οποίον θέλω· αλλά το κακόν το οποίον δε θέλω, τούτο πράττω. Εάν δε εγώ πράττω εκείνο το οποίον δε θέλω, δεν εργάζομαι αυτό πλέον εγώ, αλλ' η αμαρτία η κατοικούσα εν εμοί».
Εύχομαι να μπορούσα να κάνω το καλό και να ζω σύμφωνα με τους λόγους Του. Αλλά στην καρδιά του ανθρώπου υπάρχουν διαλογισμοί κακοί, μοιχείες, πορνείες, φόνοι, κλοπές, πλεονεξίες, πονηρίες, δόλος, ασέλγεια, πονηρό βλέμμα, βλασφημία, περηφάνια και ανοησία (Μάρκος 7:21-23).
Επειδή αυτά υπάρχουν μέσα στις καρδιές μας και βγαίνουν έξω κάθε τόσο, κάνουμε εκείνο που δε θέλουμε να κάνουμε και δεν κάνουμε εκείνο που θέλουμε να κάνουμε. Εξακολουθούμε να επαναλαμβάνουμε εκείνα τα κακά μέσα στις καρδιές μας. Το μόνο που χρειάζεται να κάνει ο διάβολος είναι να μας δώσει μια μικρή ώθηση για να αμαρτήσουμε.
 
 
ΟΙ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ
 
Μπορούμε να ζήσουμε με το Νόμο;
Όχι
 
Στο κεφάλαιο 7 του Μάρκου γράφει: «Δεν είναι ουδέν εισερχόμενον έξωθεν του ανθρώπου εις αυτόν, το οποίον δύναται να μολύνη αυτόν, αλλά τα εξερχόμενα υπ' αυτού, εκείνα είναι τα μολύνοντα τον άνθρωπον».
Μας λέει ότι στην καρδιά του ανθρώπου υπάρχουν κακές σκέψεις, μοιχείες, πορνείες, φόνοι, κλοπές, πλεονεξίες, πονηρίες, δόλος, ασέλγεια, πονηρό βλέμμα, βλασφημία, περηφάνια και ανοησία. Όλοι έχουμε σκοτώσει μέσα στις καρδιές μας.
Δεν υπάρχει κανένας που δεν έχει σκοτώσει. Οι μάνες φωνάζουν στα παιδιά τους, «Μη. Μην το κάνεις αυτό. Σου είπα να μην το κάνεις αυτό, καταραμένο». Και ύστερα, «Έλα εδώ. Σου είπα ξανά και ξανά να μην το κάνεις αυτό. Θα σε σκοτώσω γι’ αυτό που έκανες». Αυτό είναι φόνος. Μπορεί να σκότωσες το παιδί σου με τα ανόητα λόγια σου.
Ίσως τα παιδιά μας εξακολουθούν να ζουν επειδή το έσκασαν γρήγορα από μας· αλλά αν αφήναμε όλη την οργή μας να ξεσπάσει επάνω τους, θα είχαν πεθάνει. Θα τα είχαμε σκοτώσει μπροστά στον Θεό. Μερικές φορές φοβόμαστε τον εαυτό μας. «Ω, Θεέ μου! Γιατί το έκανα αυτό που έκανα!» Αφού χτυπήσουμε τα παιδιά μας κοιτάζουμε τα σημάδια και σκεφτόμαστε ότι πρέπει να είμαστε τρελοί για να το κάνουμε αυτό. Ενεργούμε με αυτό τον τρόπο επειδή έχουμε φόνο μέσα στις καρδιές μας.
Έτσι η φράση, «Κάνω εκείνο που δε θέλω», σημαίνει ότι κάνουμε το κακό επειδή είμαστε κακοί. Και είναι τόσο εύκολο για τον Σατανά να μας βάλει σε πειρασμό για να αμαρτήσουμε.
Ας πούμε ότι ένας άνθρωπος που δεν λυτρώθηκε κάθεται σε μια καλύβα για 10 χρόνια, κοιτάζοντας έναν τοίχο και κάνοντας διαλογισμό όπως ο διάσημος Κορεάτης μοναχός Sung-chol. Είναι καλά όσο κάθεται με το πρόσωπό του στον τοίχο, αλλά κάποιος πρέπει να του φέρνει φαγητό και να πάρει τα σκουπίδια.
Ύστερα πρέπει να έχει επικοινωνία με κάποιον. Αν αυτός ήταν άντρας δε θα υπήρχε πρόβλημα, αλλά αν υποθέσουμε ότι ήταν μια όμορφη γυναίκα. Αν συνέβαινε να την δει τυχαία, όλη η παραμονή του εκεί θα ήταν μάταιη. Σκέφτεται, «Δεν πρέπει να πράξω μοιχεία· την έχω στην καρδιά μου, αλλά πρέπει να τη διώξω. Πρέπει να την αποτινάξω. Όχι! Φύγε από το μυαλό μου!»
Αλλά η απόφασή του εξατμίζεται τη στιγμή που τη βλέπει. Όταν η γυναίκα φεύγει, αυτός κοιτάζει στην καρδιά του. Πέντε χρόνια σκληρής εργασίας απέβησαν μάταια.
Είναι τόσο απλό για τον Σατανά να αφαιρέσει την δικαιοσύνη κάποιου. Το μόνο που χρειάζεται να κάνει ο Σατανάς είναι να του δώσει μια μικρή ώθηση. Όταν ο άνθρωπος αγωνίζεται χωρίς να έχει λυτρωθεί, εξακολουθεί να πέφτει στην αμαρτία. Πληρώνει τα δέκατά του τακτικά κάθε Κυριακή, νηστεύει για 40 μέρες, προσεύχεται για 100 μέρες την αυγή... όμως ο Σατανάς τον βάζει σε πειρασμό με τα ωραία πράγματα στη ζωή.
«Θέλω να σου δώσω μια σπουδαία θέση στην εταιρεία, αλλά είσαι Χριστιανός και δε μπορείς να εργάζεσαι την Κυριακή. Μπορείς; Είναι μια τόσο καλή θέση. Ίσως απαιτείται να εργάζεσαι μόνο τις τρεις Κυριακές και να πηγαίνεις στην εκκλησία μια φορά το μήνα. Ύστερα θα μπορείς ν’ απολαμβάνεις μεγάλο κύρος και να έχεις μεγάλο μισθό. Τι λες;» Με τον τρόπο αυτό θα τον κερδίσει σχεδόν 100 τοις εκατό.
Αν αυτό δεν πιάσει, υπάρχουν εκείνοι που έχουν αδυναμία για τις γυναίκες. Ο Σατανάς βάζει μπροστά του μια γυναίκα και αυτός την ερωτεύεται από την κορφή ως τα νύχια και ξεχνά τον Θεό σε μια στιγμή. Να πώς ο άνθρωπος γυμνώνεται από τη δικαιοσύνη του.
Αν προσπαθήσουμε να ζήσουμε με τον Νόμο, στο τέλος θα έχουμε μόνο πληγές από την αμαρτία, πόνο και φτώχεια· χάνουμε όλη τη δικαιοσύνη μας. «Κατέβαινεν από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ, και περιέπεσεν εις ληστάς· οίτινες και γυμνώσαντες αυτόν, και καταπληγώσαντες, ανεχώρησαν αφήσαντες αυτόν ημιθανή».
Αυτό σημαίνει πως παρόλο που ίσως έχουμε προσπαθήσει να μείνουμε στην Ιερουσαλήμ ζώντας σύμφωνα με το θέλημα του Άγιου Θεού, κάθε τόσο θα σκοντάφτουμε από τις αδυναμίες μας και θα συντριφτούμε.
Και τότε θα προσευχηθούμε με μετάνοια στον Θεό. «Κύριε, αμάρτησα. Παρακαλώ συγχώρεσέ με· δε θα το ξανακάνω. Στο υπόσχομαι ότι αυτή θα είναι πράγματι η τελευταία φορά. Σε παρακαλώ και σε ικετεύω να με συγχωρήσεις μόνο αυτή τη φορά».
Αλλά αυτό ποτέ δεν διαρκεί. Ο άνθρωπος δε μπορεί να ζήσει σ’ αυτό τον κόσμο χωρίς να αμαρτάνει. Ίσως είναι σε θέση να το αποφύγει μια δυο φορές, αλλά θα είναι αδύνατο να μην αμαρτήσει ξανά. Έτσι οι αμαρτίες διαπράττονται πάλι. «Κύριε, παρακαλώ συγχώρεσέ με». Αν αυτό συνεχίζεται, θα απομακρυνθεί από την εκκλησία (τη θρησκεία). Θα απομακρυνθεί από τον Θεό εξαιτίας των αμαρτιών του και θα καταλήξει στον άδη.
Το ταξίδι στην Ιεριχώ εικονίζει την πτώση στον κόσμο· να πας πιο κοντά στον κόσμο και πιο μακριά από την Ιερουσαλήμ. Στην αρχή η Ιερουσαλήμ είναι ακόμα κοντά. Αλλά καθώς ο κύκλος αμαρτίας και μετάνοιας επαναλαμβάνεται, βρίσκουμε τους εαυτούς μας να είμαστε πια στους δρόμους της Ιεριχώ· πεσμένοι βαθιά στον κόσμο.
 
Ποιος μπορεί να σωθεί;
Εκείνος που εγκαταλείπει την προσπάθεια να σωθεί από μόνος του
 
Τι συνάντησε ο άνθρωπος στο δρόμο προς την Ιεριχώ; Συνάντησε ληστές. Εκείνος που δεν ζει σύμφωνα με το Νόμο, γίνεται σκυλί του δρόμου. Πίνει μέχρι να μεθύσει και κοιμάται οπουδήποτε, ουρεί οπουδήποτε. Αυτός ο σκύλος την επόμενη μέρα που θα ξυπνήσει, θα πιει για να μεθύσει ξανά. Ένας σκύλος του δρόμου τρώει τις δικές του ακαθαρσίες. Έτσι κάνουν οι σκύλοι. Ξέρει ότι δεν πρέπει να πίνει. Μετανιώνει το πρωί, όμως πίνει ξανά μέχρι να μεθύσει.
Είναι σαν τον άνθρωπο που συνάντησε τους ληστές στο δρόμο προς την Ιεριχώ. Τον εγκατέλειψαν τραυματισμένο και παραλίγο νεκρό. Υπάρχει μόνο αμαρτία στην καρδιά του. Έτσι είναι ο άνθρωπος.
Οι άνθρωποι πιστεύουν στον Ιησού και ζουν ακολουθώντας το Νόμο στην Ιερουσαλήμ αλλά εγκαταλείπονται μόνο με αμαρτία στην καρδιά τους. Το μόνο που έχουν να δείξουν από τη θρησκευτική τους ζωή είναι οι πληγές από την αμαρτία. Όσοι έχουν αμαρτία στην καρδιά τους ρίχνονται στον άδη. Το ξέρουν αλλά δεν ξέρουν τι να κάνουν. Δεν ήμασταν και συ κι εγώ εκεί; Ναι. Ήμασταν όλοι το ίδιο.
Ο νομικός που δεν κατάλαβε το νόμο του Θεού, θα αγωνιζόταν όλη του τη ζωή αλλά θα κατέληγε στον άδη, τραυματισμένος. Αυτός είναι εμείς, εσύ κι εγώ.
Μόνο ο Ιησούς μπορεί να μας σώσει. Υπάρχουν τόσοι πολλοί έξυπνοι άνθρωποι γύρω μας και συνεχώς επιδεικνύουν πόσα ξέρουν. Όλοι ισχυρίζονται ότι ζουν ακολουθώντας το Νόμο του Θεού. Δεν μπορούν να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους. Δεν μπορούν να πουν τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, μόνο περιποιούνται την εξωτερική τους εμφάνιση για να φαίνονται σαν πιστοί.
Ανάμεσά τους είναι αμαρτωλοί στο δρόμο προς την Ιεριχώ, εκείνοι που είναι χτυπημένοι από τους ληστές και εκείνοι που είναι ετοιμοθάνατοι. Πρέπει να ξέρουμε πόσο εύθραυστοι είμαστε ενώπιον του Θεού.
Πρέπει να παραδεχτούμε ενώπιόν Του, «Κύριε, θα πάω στον άδη αν δεν με σώσεις Εσύ. Σε παρακαλώ, σώσε με. Θα πάω οπουδήποτε θέλεις, είτε είναι χαλάζι είτε θύελλα, αν μου επιτρέψεις να ακούσω το αληθινό ευαγγέλιο. Αν με εγκαταλείψεις, θα πάω στον άδη. Σε παρακαλώ να με σώσεις».
Εκείνοι που ξέρουν ότι κατευθύνονται στον άδη, εκείνοι που παραιτούνται από το να προσπαθούν μόνοι τους, και κρέμονται από τον Κύριο, αυτοί είναι που μπορούν να σωθούν. Ποτέ δε μπορούμε να σωθούμε μόνοι μας.

Πρέπει να μάθουμε ότι είμαστε σαν τον άνθρωπο που έπεσε στους ληστές.